Και οι αρχαίοι το… έτσουζαν

Τα αμπελοτόπια και η οινοπαραγωγή στον ελλαδικό χώρο είναι μέρος της Ιστορίας, της κουλτούρας και του πολιτισμού, με την ιστορία του ελληνικού κρασιού να εκτείνεται από τον 7ο π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα.

Το επόμενο Σάββατο μαζί με την Εφημερίδα των Συντακτών θα κυκλοφορήσει ένα ειδικό ένθετο για το κρασί.

Οι αρχαίοι Ελληνες ενέταξαν το κρασί στις θρησκευτικές τελετουργίες τους, θέτοντας, μάλιστα, ως προστάτη της διαδικασίας παραγωγής του μια θεότητα, τον Διόνυσο.

Και δεν ήταν ο μοναδικός λαός. Στην Ινδία, ο ίδιος θεός λεγόταν Σόμα (σ.σ. το Σόμα- soma- σύμφωνα με το ιερό βιβλίο Ριγκβέδα- Rigveda- ήταν τελετουργικό ρόφημα). Κατά μια άλλη εκδοχή, οι Ινδοί λάτρευαν μια θεότητα που ονομαζόταν Σοροάδειος και στα ελληνικά μεταφραζόταν Οινοποιός.

Στην Αίγυπτο, πολλά κοινά στοιχεία με τον Διόνυσο είχε ο Σέραπις, αν και κάποιοι τον ταυτίζουν με τον Οσιρις, ενώ πολλές γιορτές που γίνονταν προς τιμή του έμοιαζαν με τις «οργιακές» γιορτές του Αδώνιδος στην Ασσυρία και στη Βαβυλώνα.

Στη Παλαιά Διαθήκη, δε, διαβάζουμε ότι αμέσως μετά το τέλος του κατακλυσμού, ο Νώε «άνθρωπος γεωργός γης εφύτευσεν αμπελώνα και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη και εγυμνώθη εν τω οίκων αυτού» (Γένεσις, κεφ. 9, παρ. 20, 21), ενώ παρακάτω υπάρχει η προτροπή της λατρείας του Θεού για να ευλογήσει τον άρτο σου, τον οίνο σου και το νερό σου (Γέν., κεφ. 23, παρ. 25).

Ομως, οι αρχαίοι Ελληνες δεν ήταν δυνατό να «περιορίσουν» τον δικό τους θεό στην προστασία της οινοπαραγωγής. Γι’ αυτό, ο Διόνυσος εκτός από θεός του κρασιού και του γλεντιού ήταν και προστάτης της τέχνης, ιδιαίτερα του θεατρικού λόγου, χαρίζοντας στον κόσμο τη σάτιρα, την κωμωδία, τη τραγωδία, το θέατρο…

Ετσι, ενώ μια σειρά μύθοι τον θέλουν «θορυβώδη γλεντζέ» με τη ζωηρή συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Σειληνούς, από την άλλη εμφανίζεται να διδάσκει, με υπευθυνότητα, τους ανθρώπους τρόπους οινοποιίας και πώς να αναμιγνύουν το κρασί με το νερό για να μη μεθάνε (σύμφωνα με τον Φιλόχορο, ο Διόνυσος δίδαξε τον βασιλέα των Αθηναίων Αμφικτύονα).

Από τα Ομηρικά έπη, ακόμα, γνωρίζουμε την κυρίαρχη αντίληψη για την ωφελιμότητα του κρασιού αλλά και πως πρέπει να πίνουμε με μέτρο, διότι, όπως λέγει ο Ομηρος, «κάμνει κακόν (εν. ο οίνος) εις εκείνον που τον ρουφά με απληστία».

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ομηρος στα έργα του αποδοκιμάζει σε πολλά σημεία και με συγκεκριμένα παραδείγματα τη μέθη. Στον αντίποδα επαινεί το κρασί, που επιδέχεται αρκετή ανάμειξη με νερό, όπως ήταν ο «οίνος του Μάρωνος», ο οποίος όταν ήθελε, με τους δικούς του, να πιουν πολύ κρασί το αραίωναν με νερό, σε αναλογία 1:20, «και τότε μια γλυκιά ευωδιά κι ουράνια απ’ το κροντήρι / χυνότανε που να μην πιεις δε βάσταε η καρδιά σου» (Οδύσσεια, Ι’ 210-211).

Ο Μάρων ήταν μυθικό πρόσωπο, που ετιμάτο ιδιαίτερα στη Μαρώνεια της Θράκης. Κατά τον Ομηρο, έδωσε στον Οδυσσέα το κρασί με το οποίο μέθυσε τον Κύκλωπα Πολύφημο. Κατ’ άλλες πηγές ήταν γιος του Οινοπίωνα, εγγονός του Διόνυσου, και δίδαξε τον τρόπο παραγωγής κρασιού στη Λέσβο.

Ο Κλέαρχος (περιπατητικός φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου, μαθητής του Αριστοτέλη, που έζησε τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ.), στο έργο του «Βίοι», γράφει ότι «απ’ το κρασί της Λέσβου, δεν είναι άλλο πιότερο γλυκό», ενώ ο Εφιππος ο Αθηναίος (ποιητής της μέσης κωμωδίας, 4ος αιώνας π.Χ.) χαρακτηρίζει το χιώτικο κρασί δυνατό.

Από τον Κλέαρχο μαθαίνουμε και μια πτυχή του εμπορίου του κρασιού μεταξύ των πόλεων. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε ότι η Αθήνα «έδωκε ατέλεια να φέρνουν εδώ πέρα κρασί λεσβιακό» και ο ίδιος το επικροτεί.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι μεταφορές κρασιού από πόλη σε πόλη υπόκεινταν σε δημόσιο έλεγχο. Αλλού επιβάλλονταν περιοριστικά μέτρα, τα οποία εν προκειμένω η Αθήνα είχε άρει δίνοντας «ατέλεια», και αλλού για περιορισμό του ανταγωνισμού, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί θα έπρεπε να δημεύονται.

Πολλά στοιχεία για την παραγωγή κρασιού, τα είδη και τις ιδιότητές του υπάρχουν συγκεντρωμένα στο δεκαπεντάτομο έργο του Αθήναιου από τη Ναυκρατίδα της Αιγύπτου «Δειπνοσοφισταί», έναν συμποσιακό διάλογο με πολύτιμα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, που θεωρείται ότι γράφτηκε μεταξύ του 193 και του 197 μ.Χ. (σ.σ. Χρησιμοποιήσαμε έκδοση, σε επιμέλεια Ευάγγελου Παπανούτσου και εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Ευάγ. Φωτιάδη. Εκδόσεις «Ι. Ζαχαρόπουλος»).

Σε αυτό το έργο (Βιβλίο Α΄) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, ότι:

1. Υπήρχαν κρασιά, τα οποία αναμειγνύοντο με θαλασσινό νερό, ώστε «κατά την ορθήν αναλογίαν και μέθην προκαλούν και την κοιλία διευκολύνουν και τον στόμαχον ερεθίζουν και αέρια προκαλούν και συμβοηθούν εις την πέψιν της τροφής» (σελ.111).

Αρκετοί πίστευαν ότι αυτόν τον τρόπο οινοποιίας είχε διδάξει ο Διόνυσος, όπως φαινόταν και από τον μύθο κατά τον οποίο όταν απειλήθηκε από τον μυθικό βασιλιά της Θράκης Λυκούργο, βρήκε καταφύγιο στη θάλασσα.

Το κρασί, το οποίο παρασκευαζόταν από πρόσμειξη του μούστου με θαλασσινό νερό, ονομαζόταν «ανθόσμιος οίνος». Ο Φανίας ο Ερέσιος για τη διαδικασία παρασκευής αναφέρει ότι «εις πεντήκοντα μέρη μούστου χύνεται ένα μέρος θαλασσίου ύδατος και γίνεται ανθοσμίας».

Αντίθετα, για το κρασί της Χίου και της Λέσβου ταίριαζαν τα «καθαρά νερά». Στη Μυτιλήνη, το γλυκό κρασί που παρήγαν το ονόμαζαν πρόδρομον (πρώιμο) και άλλοι πρότροπον (από απάτητα σταφύλια).

2. Τα βασικά είδη των οίνων ήταν το λευκό, το κιτρινωπό [στο πρωτότυπο κιρρός = υπόξανθος] και το μαύρο.

«Και το λευκόν είναι φυσικώς ελαφρότατον, διουρητικόν, θερμαντικόν και χωνευτικόν, αλλά ανάβει το κεφάλι, διότι εξατμίζεται. Το μαύρον πάλιν που δεν γλυκίζει είναι θρεπτικώτατον και στυπτικόν, όταν δε γλυκίζη, είναι θρεπτικώτερον και από τα λευκά και από τα κιτρινωπά κρασιά». (σελ. 111)

3. Αλλες περιοχές που παρήγαν εκλεκτά κρασιά διαβάζουμε ότι ήταν:

Η Ικαρία, όπου στην Πράμνον παραγόταν ο γνωστός και από τα Ομηρικά έπη Πράμνιος οίνος, που μερικοί ονόμαζαν και «φαρμακίτη», για τον οποίο ο Επαρχίδης ο Πράμνιος γράφει ότι «δεν είναι ούτε γλυκύς ούτε παχύς, αλλά στυφός και σκληρός και έχει πολλήν δύναμιν».

Η Χαλκιδική, ειδικά η Μένδη για το «λεπτό και άσπρο» κρασί της και η Ακανθος, αποικία των κατοίκων της Ανδρου, στον ισθμό του Αθω, η Μαγνησία με το «γλυκόπιοτο κρασί», η Θάσος, όπου το κρασί είχε «μήλου μυρωδιά», η Λήμνος, η Εύβοια, η Σάμος, η Νάξος, η Σκιάθος και η Σκόπελος, όπου παραγόταν ο Πεπαρήθιος οίνος.

Από τα νησιά του Ιονίου, διαβάζουμε για το κρασί της Κέρκυρας που θεωρούνταν καλό όταν είχε παλιώσει και για τα κρασιά της Λευκάδας και της Ζακύνθου που χαρακτηρίζονταν δυνατά.

Πολλές αναφορές γίνονται για το «βίβλινο» κρασί, που εικάζεται ότι προερχόταν από τη Βιβλία ή Βίβλο, πιθανότατα χώρα της Θράκης, η οποία συνολικά φημιζόταν για τα γλυκά κρασιά της.

Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει για τα κρασιά της περιοχής της Πελοποννήσου, καθώς από την περίοδο του Μυκηναϊκού πολιτισμού υπάρχουν αναρίθμητες ενδείξεις της παραγωγής, κατανάλωσης κι εμπορίας κρασιού στις εν λόγω περιοχές.

Να σημειωθεί δε ότι οι ιστορικοί αμπελώνες της Πελοποννήσου ξεκινούσαν βορειοανατολικά με τον αμπελώνα στη Νεμέα Κορινθίας, όπου ανασκαφές έχουν φέρει στο φως αρχαίους αμπελώνες, φυτεμένους σε τάφρους, στο ιερό του Διός. Εκεί παραγόταν από την αρχαιότητα ο Φλιάσιος οίνος, το σημερινό «Αγιωργίτικο κρασί».

Για το κρασί της Κορίνθου διαβάζουμε ότι ήταν «σκληρό», ενώ ο Αλκμάν (λυρικός ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα) χαρακτηρίζει «άπυρο (άψητο) και μυρωδάτο» το κρασί που παράγεται στους Πέντε Λόφους, τόπο που απείχε από τη Σπάρτη 7 στάδια.

Τα ακριβά κρασιά της αρχαιότητας

Ο Χίος, ο Λέσβιος και ο Θάσιος υπήρξαν οι πιο ακριβοπληρωμένοι οίνοι κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα. Για την προστασία τους δε από τις απομιμήσεις και τις παραποιήσεις, τα κρασιά της Θάσου έπρεπε να πωλούνται μέσα σε αμφορείς ώστε η ανθεκτικότητά τους να είναι εγγυημένη.

Οι οινικοί νόμοι της Θάσου του 5ου αιώνα π.Χ. θεωρούνται τα αρχαιότερα νομοθετικά κείμενα για την προστασία των οίνων ονομασίας προέλευσης, στο πλαίσιο μιας γενικότερης αμπελοοινικής πολιτικής που αποσκοπούσε στη διασφάλιση της ποιότητας του προϊόντος και στην προστασία του υγιούς οινεμπορίου.

Εδώ μπορούμε επίσης να διακρίνουμε την πρώτη προσπάθεια δημιουργίας κανονισμών για τα κρασιά ονομασίας προέλευσης, όπως αυτοί ισχύουν σήμερα στις χώρες της Ε.Ε. Πολλοί θεωρούν ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στη νομοθεσία της Αρχαίας Ελλάδας για τα κρασιά ποιότητας που προέρχονται από συγκεκριμένες περιοχές με τη νομοθεσία της Ε.Ε.

Ξέρατε ότι:

■ Οι αρχαίοι Ελληνες έπιναν το κρασί αναμειγνύοντάς το με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού) και διέθεταν ειδικά σκεύη (κρατήρες) για την ψύξη του;

■ Στα Ομηρικά έπη το πρωινό περιλάμβανε ψωμί βουτηγμένο σε «άκρατον (=ανόθευτον) οίνον» ως μια εξαιρετικά θρεπτική τροφή;

■ Το αρχαιότερο κρασί με ονομασία προέλευσης θεωρείται ότι ήταν το κρασί Δένθις, που παρήγετο στη Δενθαλιάτιδα Χώρα (σημερινή περιοχή Αλαγονίας, στη Μεσσηνία);

■ Σύμφωνα με τον Θεόπομπο τον Χίο, οι πρώτοι που παρήγαγαν μαύρο κρασί, το οποίο ο Ομηρος ονομάζει «αίθοπα οίνο», ήταν οι Χίοι;

■ Επί Τουρκοκρατίας ο φόρος των οινοπνευματωδών επιβλήθηκε, για πρώτη φορά, σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1791 και ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις στην Κρήτη;

■ Στο έργο του Σέξπιρ «Ριχάρδος ο Γ’», ο δούκας του Κλάρενς καταδικάζεται σε πνιγμό σε ένα βαρέλι με κρασί Μαλβαζία που παρασκευαζόταν στη Μονεμβάσια;

■ Από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα το κρασί ήταν ένα από τα βασικά εξαγώγιμα είδη της χώρας;

■ Ο αστεροειδής 2303 Ρετσίνα (2303 Retsina) πήρε το όνομά του από την ελληνική ρετσίνα;

 efsyn.gr